Συνέδριο Reload Greece: Η επιχειρηματικότητα της διασποράς και η διασύνδεσή της με την Ελλάδα

Το Reload Greece, που ξεκίνησε ως πρωτοβουλία λίγων νεαρών Ελλήνων επαγγελματιών της Βρετανίας και έχει θεμελιωθεί ως σημείο αναφοράς για την ανάδειξη επιχειρηματικών ιδεών Ελλήνων απανταχού της γης, συγκέντρωσε δεκάδες ομιλητές με διεθνή εμπειρία στον επιχειρηματικό στίβο και στην προσπάθεια ανάπτυξης του επιχειρείν στην Ελλάδα.

reload-greece-deepmind-blog

 

Η επιχειρηματικότητα της ελληνικής διασποράς και πώς αυτή μπορεί να συμβάλλει στην ενθάρρυνση και ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα ήταν το αντικείμενο του φετινού συνεδρίου του οργανισμού Reload Greece στο Λονδίνο, που διεξήχθη στις 24 Σεπτεμβρίου.Το ReloadGreece, που ξεκίνησε ως πρωτοβουλία λίγων νεαρών Ελλήνων επαγγελματιών της Βρετανίας και έχει θεμελιωθεί ως σημείο αναφοράς για την ανάδειξη επιχειρηματικών ιδεών Ελλήνων απανταχού της γης, συγκέντρωσε δεκάδες ομιλητές με διεθνή εμπειρία στον επιχειρηματικό στίβο και στην προσπάθεια ανάπτυξης του επιχειρείν στην Ελλάδα.

Η διευθύντρια του Reload Greece Έφη Κυρτάτα είπε στην εναρκτήρια ομιλία ότι ο κόσμος θα ήταν καλύτερος αν το φαινόμενο της φυγής έμψυχου δυναμικού από χώρες όπως η Ελλάδα, γνωστό ως ‘braindrain’, μετατρεπόταν σε ‘braingain’, δηλαδή σε κέρδος μέσα από την ενθάρρυνση επιχειρηματικών δικτύων και διασυνδέσεων με τους Έλληνες της διασποράς. Σύνθημα του συνεδρίου ήταν το τρίπτυχο «έμπνευση – καινοτομία – ενεργή συμμετοχή».

«Σκοπός είναι να δούμε πώς μπορεί να αξιοποιηθεί η διασπορά. Υπάρχει πολύ έμψυχο δυναμικό πρόθυμο να βοηθήσει και γι’ αυτό υπάρχει το Reload Greece, για να λειτουργήσει ως γέφυρα μεταξύ των Ελλήνων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Σίγουρα έχει φύγει πάρα πολύς κόσμος αλλά το θέμα είναι τις εμπειρίες που έχουν πάρει, αυτά που έχουν κάνει, αυτά που έχουν δει, την ενέργεια και τις γνώσεις να τις μεταλαμπαδεύσουν πίσω στην Ελλάδα», είπε μιλώντας στο ΣΚΑΙ η κα Κυρτάτα.

Τα διδάγματα από την πολυετή επιχειρηματική της δραστηριότητα στις ΗΠΑ μοιράστηκε με το ακροατήριο η Μαρίνα Χατσόπουλος, ιδρύτρια και διευθύντρια διαφόρων επιτυχημένων αμερικανικών εταιρειών και επενδύτρια σε start-up επιχειρήσεις.

Μεταξύ άλλων αναφέρθηκε στη δυνατότητα που έχει η Ελλάδα να ακολουθήσει τα μοντέλο του Ισραήλ, με τις ομάδες ανάπτυξης προϊόντος της εκάστοτε επιχείρησης να βρίσκονται στην Ελλάδα και τον διευθύνοντα σύμβουλο μαζί με το γραφείο πωλήσεων π.χ. στη Βοστώνη, όπου είναι και η έδρα της ιδίας.

Σημείωσε ότι μετά από πολυετή ύφεση και υψηλή ανεργία, όλο και περισσότεροι Έλληνες τολμούν να δοκιμάσουν να αναπτύξουν μια επιχειρηματική τους ιδέα, αλλά συναντούν ακόμα πολλά εμπόδια: υπερβολικά πολλούς κανονισμούς, φορολογικό πλαίσιο που αλλάζει διαρκώς, «γενικό πολιτικό χάος» και «έντονο αντικαπιταλιστικό αίσθημα».

Όπως επισήμανε, για να μπορέσει μία start-up επιχείρηση να αναπτυχθεί χρειάζεται πέρα από χρηματοδότηση, μέντορες και πελάτες, μία υποστηρικτική κυβέρνηση, δηλαδή μεταξύ άλλων σταθερή φορολογία, αλλά και ένα αποτελεσματικό και ισχυρό δικαστικό σύστημα.

«Οι Έλληνες που φεύγουν από την Ελλάδα είναι συχνά εξαιρετικά επιτυχημένοι και έχουν χτίσει πολύ δυνατά δίκτυα. Δε νομίζω ότι έχουμε αξιοποιήσει αρκετά αυτά τα δίκτυα. Υπάρχει μία τεράστια δυναμική για να χτίσουμε γέφυρες μεταξύ της Ελλάδας και της διασποράς και αυτό θα ήταν εξαιρετικά βοηθητικό για τους Έλληνες που μένουν στη χώρα, ιδιαίτερα στον τομέα της επιχειρηματικότητας, όπου αυτά τα δίκτυα μπορούν να φανούν τόσο χρήσιμα», δήλωσε στο ΣΚΑΙ η κα Χατσόπουλος.

Εντοπίζοντας στοιχεία πάνω στα οποία θα μπορούσε να στηριχθεί η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα, ο οικονομολόγος Αρίστος Δοξιάδης,στέλεχος του fund επιχειρηματικών συμμετοχών Openfund, στάθηκε στο ταλαντούχο έμψυχο δυναμικό της χώρας, το υψηλό επίπεδο της ακόμα αναξιοποίητης επιστημονικής έρευνας, την εξειδίκευση σε συγκεκριμένους τομείς, όπως π.χ. η ναυτιλία, η μικρής κλίμακας γεωργία και οι μηχανολογικές υπηρεσίες, η ικανότητα προσαρμογής σε δύσκολα για τις επιχειρήσεις περιβάλλοντα όπως είναι το ελληνικό και το «ένστικτο επιβίωσης» των Ελλήνων.

Την ίδια στιγμή όμως κάποια βασικά συστατικά της επιτυχημένης επιχειρηματικότητας λείπουν από την Ελλάδα, δηλαδή η αγορά είναι μικρή, δεν υπάρχουν άτομα με γνώσεις υψηλής ειδίκευσης, δεν υπάρχει γενικά εμπειρία από μεγάλους επιχειρηματικούς οργανισμούς, ενώ και η διαθέσιμη χρηματοδότηση από δυνητικούς επενδυτές έχει ένα όριο, κυμαινόμενη από 100.000 έως 1 εκατομμύριο ευρώ.

«Στην Ελλάδα έχουμε τα στοιχεία εκείνα με τα οποία μπορεί κανείς να ξεκινήσει εταιρείες τεχνολογίες που να κατακτήσουν τον κόσμο, δηλαδή ανθρώπους έξυπνους, δημιουργικούς και με καλή μόρφωση, ερευνητικά κέντρα που βγάζουν ενδιαφέροντα συμπεράσματα, ξέρουμε κάποιους κλάδους καλά, όπως τον τουρισμό και τη μικρής κλίμακας γεωργία. Τι δεν έχουμε; Δεν είναι αρκετά μεγάλη η αγορά μας, επομένως οι Έλληνες επιχειρηματίες πρέπει αρκετά γρήγορα να βγουν προς τα έξω. Επίσης, δεν έχουμε αρκετά κεφάλαια για να τους ενισχύσουμε όσο θα έπρεπε. Αν ξεπεράσουμε αυτές τις δύο υστερήσεις, νομίζω ότι θα μπορέσουμε να δούμε πολλές εταιρείες τεχνολογίας να πετυχαίνουν στα επόμενα πέντε χρόνια», ανέφερε στο ΣΚΑΙ ο κ. Δοξιάδης.

Αναφερόμενος στο πώς η διασπορά μπορεί να βοηθήσει την Ελλάδα, ο κ. Δοξιάδης είπε ότι προσφέρει κορυφαίους επιστήμονες που μπορούν να απαντήσουν τα ερωτήματα και να δώσουν λύσεις σε νέους επιχειρηματίες, να παράσχουν πρόσβαση σε άτομα σε καίριες θέσεις μέσω του δικτύου γνωριμιών τους, μπορεί να βρεθούν επενδυτές σε επίπεδο angel, όπως επίσης και επενδυτές σε fund που στοχεύουν στην Ελλάδα, αλλά ακόμα και συνιδρυτές νέων επιχειρήσεων.

«Δεν είναι αργά να αντιστρέψουμε το braindrain, ανεξαρτήτως του περιβάλλοντος στη χώρα», εκτίμησε δηλώνοντας αισιόδοξος ο κ. Δοξιάδης.

Ανάμεσα στους ομιλητές του συνεδρίου ήταν, ενδεικτικά, ο Διευθυντής Πληροφορικής των Εργαστηρίων Μέσων του MIT Μιχαήλ Μπλέτσας, ο οποίος είπε ότι οι Έλληνες της διασποράς πρέπει να λειτουργούν ως «πρεσβευτές» της χώρας.

Επίσης, ο Διευθυντής του ελληνικού παραρτήματος του μη κερδοσκοπικού οργανισμού στήριξης επιχειρήσεων Endeavor Χάρης Μακρυνιώτης, ο οποίος είπε στην ομιλία του ότι αντί για τον όρο ‘braindrain’ θα πρέπει να αρχίσουμε να μιλάμε για ‘braincharge’, με τους ταλαντούχους Έλληνες που εργάζονται στο εξωτερικό να «φορτίζουν» με εμπειρίες και γνώση και να τις μεταφέρουν στη συνέχεια στην πατρίδα τους.

Ο Πάνος Μανουηλίδης, Διευθυντής της εταιρείας εισαγωγής ελληνικών τροφίμων στη Βρετανία OdyseaLtd, συμβούλεψε τους νέους επιχειρηματίες «να μελετούν την αγορά, το τοπικό περιβάλλον και να είναι προετοιμασμένοι να πέσουν και να αρχίσουν ξανά από την αρχή».

Πηγή:  SKAI.GR